ΜΗΝΥΜΑΤΑ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

  • «Ταξίδεψε σε αυτό που ποτέ δεν πρόκειται να εξερευνηθεί, από κανέναν άλλον εκτός από εσένα. Τον εαυτό σου. Μακρύ, ενδιαφέρον, άγνωστο, γεμάτο εκπλήξεις και απρόοπτα ταξίδι. Γι’ αυτό είναι συναρπαστική η ζωή.» 
  • «Τίποτα δεν είναι δεδομένο αγαπημένη μου σε αυτή την ζωή. Κάθε στιγμή είσαι η μοναδική υπεύθυνη γι’ αυτό που ζεις. Διαλέγεις την αγάπη ή το μίσος και τον θυμό, το φως ή το σκοτάδι. Την χαρά ή την λύπη, την παραίτηση ή την μάχη. Τίποτα δεν σου χαρίζεται στην ζωή. Το κατακτάς.»
  • «Οι φόβοι γεννούν φόβους. Η δύναμη γεννάει δύναμη. Η χαρά γεννάει χαρά. Εσύ σε τι θέλεις να δώσεις ζωή;»
  • «Όταν πεις ότι θέλεις να πετάξεις, αναλαμβάνεις μια ευθύνη. Κανείς δεν πρόκειται να φτιάξει φτερά για εσένα. Εσύ θα τα φτιάξεις, πούπουλο το πούπουλο. Φτερό το φτερό. Δύσκολο; Ναι! Σκέψου όμως να τα καταφέρεις!»
  • «Την μια βέργα την σπας. Τις πολλές δεν μπορείς. Πολλές φορές φαίνεται ότι το κακό είναι πιο δυνατό. Αυτό είναι ένα καλοστημένο ψέμα. Όταν το καλό ενωθεί, τότε θα φανεί η αλήθεια.»
  • «Τι σημαίνει για εμάς ελευθερία, αφθονία, αγάπη, ζωή, άνθρωπος; Κανένας δεν θα θέσει σε εμάς αυτά τα ερωτήματα. Προκειμένου να μας επιτρέψει την είσοδο στο βασίλειό του. Τα θέτουμε εμείς στον εαυτό μας, εάν θέλουμε να δημιουργήσουμε τον παράδεισό μας.»


ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

Μια ημέρα μου είπε ο παππούς: «Ήρθε η ώρα να σε μάθω να πετάς.»

«Πώς μπορεί να γίνει αυτό;» απόρησα.

«Θα γίνει. Έχε μου εμπιστοσύνη.»

«Παππού, αξίζω κι εγώ να πετάξω σαν το μυρμηγκάκι που μου είπες;»

«Δεν φαντάζεσαι ακόμα, πόσο αξίζεις. Μαζί θα το ανακαλύψουμε αυτό – θα δεις.»

Να πετάξω, σκεπτόμουν. Τι όμορφο που θα ήταν να μπορούσε να γίνει αυτό. Πώς όμως; Εκείνο που ήξερα, για το μοναδικό ίσως πράγμα που ήμουν σίγουρη εκείνη την στιγμή, ήταν πως, ό,τι έλεγε ο παππούς δεν ήταν τυχαίο. Το είπε; Έτσι ήταν.

Η ζωή, και η αγάπη για την ζωή, ξεχείλιζε από την ψυχή του, φαινόταν στα λαμπερά,
τρυφερά μάτια του, έβγαινε στα λόγια του, στην αγκαλιά που σε έπαιρνε.

«Ζωή είναι ένα πράγμα: η υπέροχη, συναρπαστική εξερεύνηση του τι είναι ζωή. Θέλει δύναμη να είσαι εξερευνητής, αγάπη για το άγνωστο. Τόλμη!» έλεγε κι άνοιγε διάπλατα τα χέρια του, σαν δυνατές φτερούγες, και φώναζε μ’ όλη την δύναμη της ψυχής του, σηκώνοντας τα μάτια του στον ουρανό:

«Η ζωή θέλει δύναμηηηηηηη!»

Με έπαιρνε από το χέρι, μου έδειχνε τον συννεφιασμένο ουρανό και αισθανόμουν τις πρώτες σταγόνες της βροχής να πέφτουν στο πληγωμένο πρόσωπό μου.

Ο αέρας έπαιρνε τα μαλλιά μου…

«Κοίτα, νοιώσε την δύναμη του ουρανού, της φύσης! Άνοιξε τα χέρια και φώναξε: “Είμαι δυνατή! Όλα μπορώ να τα καταφέρω! Αξίζω να τα καταφέρω!”»

Κοίταζα κι εγώ τον ουρανό, άπλωνα τα χέρια και φώναζα:

«Είμαι δυνατή! Όλα μπορώ να τα καταφέρω! Αξίζω να τα καταφέρω!»

«Πιο δυνατά!» φώναζε ο παππούς. «Ακόμα πιο δυνατά!»

Φώναζα κι εγώ, τόσο δυνατά που ένοιωθα την φωνή να βγαίνει μέσα από τα σωθικά μου.

Μέσα μου, βαθιά, γινόταν μια έκρηξη. Εγώ, το μικρό, πονεμένο πλασματάκι, γινόμουν άπειρα κομματάκια. Σκορπιζόμουν σε Γη και ουρανό. Κάθε κομμάτι μου, το ίδιο δυνατό με όλα τ’ άλλα. Μια τεράστια δύναμη, σε ισοδύναμα κομμάτια.

Με έπιανε από το χέρι ο παππούς και τρέχαμε με όλη μας την δύναμη στα χωράφια, με την βροχή στα πρόσωπά μας.

«Είμαι ελεύθερος! Είμαι δυνατός! Μπορώ!» Φώναζε ο παππούς.

«Είμαι δυνατή! Είμαι ελεύθερη! Μπορώ!» Ένωνα την φωνή μου με την δική του.

Σκόνταφτα κι έπεφτα.

«Δεν πειράζει,» μου έλεγε. «Σημασία έχει να σηκώνεσαι και να συνεχίζεις. Έλα, σήκω. Πάμε.»